Το πρώτο σημαντικό βήμα για την υιοθεσία και την αναδοχή έγινε

Η επιτυχία όμως δεν είναι προδιαγεγραμμένη.

5f0daffa270000960ae66bd8

Τα τελευταία τρία χρόνια, στον τομέα της υιοθεσίας και αναδοχής, φαίνεται να έχουν γίνει περισσότερα βήματα από όσα η χώρα μας είδε αθροιστικά να γίνονται τα τελευταία 100 χρόνια. Η δημιουργία ενός ξεκάθαρου και αυστηρού νομοθετικού πλαισίου για τις υιοθεσίες, η ενίσχυση του θεσμού της αναδοχής, η θέσπιση κανόνων για τις δομές φιλοξενίας, η καταγραφή όλων των παιδιών που φιλοξενούνται σε αυτές τις δομές και η δημιουργία σύγχρονου εκπαιδευτικού υλικού για τους κοινωνικούς λειτουργούς που θα επωμιστούν την κύρια επιστημονική ευθύνη της συγκεκριμένης μεταρρύθμισης, αποτελούν μέρος ενός σημαντικού και φιλόδοξου πλάνου. 

Όλοι όσοι έχουμε ασχοληθεί με τον τομέα των κοινωνικών υπηρεσιών και της παιδικής προστασίας μπορούμε να νιώθουμε ικανοποίηση και ανακούφιση που επιτέλους συγκροτήθηκε ένα σύγχρονο σύστημα υιοθεσίας και αναδοχής. Φυσικά αυτή η αίσθηση ικανοποίησης απέχει αρκετά από το να συμμεριζόμαστε τον άκρατο ενθουσιασμό, στα όρια των πανηγυρισμών, πολιτικών στελεχών που έχουν την ευθύνη των συγκεκριμένων νομοθετικών παρεμβάσεων. Οι κοινωνικοί λειτουργοί και άλλοι επιστήμονες στην πρώτη γραμμή των κοινωνικών υπηρεσιών γνωρίζουν καλά πως η ανάπτυξη ενός σύγχρονου θεσμικού πλαισίου για την υιοθεσία και την αναδοχή είναι φυσικά κομβικής σημασίας, δεν παύει όμως να αποτελεί μόνο το πρώτο βήμα μιας εξαιρετικά σύνθετης και ευαίσθητης διαδικασίας. Ο τρόπος υλοποίησης και εφαρμογής του συγκεκριμένου σχεδίου θα κρίνει εν πολλοίς και την επιτυχία ή μη της συγκεκριμένης μεταρρύθμισης. Φυσικά, σε παρεμβάσεις που σχετίζονται με την ίδια ζωή, την υγεία και την ευημερία των ανθρώπων, δεν υπάρχει η πολυτέλεια του λάθος ή της αποτυχίας. 

Ένας επιπλέον λόγος που είναι σημαντικό να μην επιχαίρει κανείς προκαταβολικά αλλά να εστιάσει με προσοχή και υπομονή στη συνθετότητα και την ανάγκη επιτυχίας του εγχειρήματος, είναι και το βαθιά προβληματικό παρελθόν του θεσμού της υιοθεσίας στη χώρα μας. Το απαραίτητο θεσμικό πλαίσιο,που αναπτύχθηκε μόλις τα τελευταία τρία χρόνια, ουσιαστικά καθυστέρησε για δεκαετίες ολόκληρες. Τα αποτελέσματα αυτής της καθυστέρησης ήταν και είναι εγκληματικά και τραγικά. Χρησιμοποιώ αυτές τις δυο λέξεις με πλήρη συναίσθηση της σημασίας και της βαρύτητάς τους. Η τραγικότητα αυτή έγκειται στην ιστορική εργαλειοποίηση της παιδικής προστασίας είτε ως μοχλό κοινωνικού ελέγχου είτε ως πεδίο κερδοφορίας. Μόλις πρόσφατα η ιστορική έρευνα άρχισε να ακουμπάει με μεθοδικότητα το θέμα των παιδιών της μετεμφυλιακής Ελλάδας. Τα πορίσματα αυτής της έρευνας αναδεικνύουν τον τρόπο με τον οποίο αρκετά από τα ιδρύματα που θα κληθούν να υλοποιήσουν το νέο σχέδιο αναδοχής και υιοθεσίας, σε προγενέστερη μορφή τους, έπαιξαν επιτελικό ρόλο στο μετεμφυλιακό σχέδιο πολιτικού σωφρονισμού των «ανταρτόπληκτων παίδων». Η ιδρυματοποίηση και παθολογικοποίηση των παιδιών αυτών αλλά και των οικογενειών τους, κατά κανόνα ανθρώπων που βίωναν σε συνθήκες απόλυτης φτώχειας, αποτελεί μόνο μια πλευρά του νομίσματος. Χιλιάδες από αυτά τα παιδιά δόθηκαν για υιοθεσία σε οικογένειες στις Ηνωμένες Πολιτείες με τρόπο αυθαίρετο και σκιώδη. Σχεδόν όλα αυτά τα παιδιά βιώσαν το ανεπούλωτο τραύμα του βίαιου αποχωρισμού από τις φυσικές τους οικογένειες. Όταν ενήλικες πια ζήτησαν περισσότερα στοιχεία για αυτή την ιστορική αδικία, αγνοήθηκαν και λοιδορήθηκαν. 

Κατά τη μεταπολίτευση η ιδέα του πολιτικού σωφρονισμού ως τομέα ευθύνης της παιδικής προστασίας ευτυχώς υποχώρησε. Διατηρήθηκε βέβαια ακόμα ο ηθικοπλαστικός χαρακτήρας μιας κοινωνικά ιδεατής οικογένειας-προτύπου ως σημείου αναφοράς. Δυστυχώς, την περίοδο αυτή η παιδική προστασία έχασε μια μεγάλη ευκαιρία να εκσυγχρονιστεί μιας και η νομοθεσία συνέχισε να ενθαρρύνει τον δεοντολογικά και επιστημονικά ανεπίτρεπτο ‘θεσμό’ της ιδιωτικής υιοθεσίας: ένα αδιαφανές πλαίσιο που άφηνε τεράστια περιθώρια εξωθεσμικών συναλλαγών (ή απλά αγοραπωλησίας παιδιών προς υιοθεσία). Η έλλειψη ή παράκαμψη των υπηρεσιών που θα μπορούσαν να υποστηρίξουν επιστημονικά τις οικογένειες, συντέλεσε στην δημιουργία και νέων γενιών παιδιών που βίωσαν το τραύμα του αποχωρισμού και της ακατάλληλης και απροετοίμαστης μετάβασης σε νέο οικογενειακό περιβάλλον. 

Είναι ακριβώς αυτή η σύνθετη ιστορία που συντελεί στην αίσθηση ανακούφισής για το πολύ σημαντικό νέο θεσμικό πλαίσιο, αλλά συνάμα και υπενθύμισης της κρισιμότητας και σημασίας των επόμενων βημάτων που πρέπει να γίνουν. Η μεθοδική δουλειά και η απουσία πανηγυρικών δηλώσεων είναι και το ελάχιστο που μπορούμε να κάνουμε ως δείγμα σεβασμού προς τους ανθρώπους που υπέφεραν στο πλαίσιο ενός ανεπαρκούς και ιστορικά κακοποιητικού συστήματος υιοθεσίας. 

Θα μπορούμε να είμαστε αισιόδοξοι για το μέλλον της συγκεκριμένης μεταρρύθμισης όταν θα βρεθούμε σε θέση να αντιληφθούμε πως ο θεσμός της υιοθεσίας και αναδοχής δεν είναι αποκομμένος από το κράτος κοινωνικής αλληλεγγύης αλλά κομμάτι ενός ευρύτερου σχεδιασμού υποστήριξης παιδιών και οικογενειών. Ακριβώς λόγω της εγγενούς θέσης της υιοθεσίας στο πλαίσιο κοινωνικής προστασίας ή επιτυχής έκβασή του θεσμού θα πρέπει να στηριχθεί σε τρεις κρίσιμου πυλώνες. 

Ο πρώτος πυλώνας αφορά τον δημόσιο χαρακτήρα της κοινωνικής προστασίας. Η κεντρική αντίληψη του κράτους ως τον κυρίαρχο και εν πολλοίς αποκλειστικό φορέα διαχείρισης των ζητημάτων υιοθεσίας και αναδοχής, όπως και κοινωνικής προστασίας γενικότερα, δεν εδράζεται σε κάποια ιδεοληπτική στάση. Ούτε φυσικά από μόνη της εξασφαλίζει πως οι κρατικές υπηρεσίες παιδικής προστασίας θα είναι σύγχρονες και μη-καταπιεστικές. Αυτό που καθιστά τον ρόλο του κράτους κεντρικό στην προκειμένη περίπτωση είναι το γεγονός πως ο τομέας της κοινωνικής αλληλεγγύης γενικότερα δεν μπορεί να αποτελεί χώρο κερδοφορίας. Σχεδόν όλες οι απόπειρες εμπλοκής ιδιωτικών εταιριών στον ευρύτερο χώρο κοινωνικής προστασίας απέτυχαν παταγωδώς και υπήρξαν καταστροφικές για τους ανθρώπους που έπρεπε να υποστηριχθούν. Για παράδειγμα, στη Μεγάλη Βρετανία, καθώς γράφεται αυτό το κείμενο, η κεντροδεξιά κυβέρνηση του Μπόρις Τζόνσον αν και ιδεολογικά προσανατολισμένη στον «αντικρατισμό», αποφάσισε να επανακρατικοποιήσει τις υπηρεσίες επιμελητείας ανήλικων παραβατών έπειτα από μια σειρά σκανδάλων και διαφθοράς. Ακριβώς λοιπόν επειδή το κράτος πρόνοιας δεν μπορεί να αποτελεί πεδίο κερδοφορίας, είναι σαφές πως μόνο ο δημόσιος προϋπολογισμός είναι θέση να επωμιστεί το κόστος που βραχυπρόθεσμα απαιτεί ένα σύγχρονο πλέγμα κοινωνικών υπηρεσιών. Τα οφέλη φυσικά της λειτουργίας δημοσίων και επαρκώς στελεχωμένων κοινωνικών υπηρεσιών δεν είναι χωρίς οικονομική διάσταση. Όπως και στον τομέα της υγείας έτσι και στον χώρο της κοινωνικής προστασίας, η ευημερία και η πρόληψη έχουν, ανάμεσα στα άλλα, και σημαντικά μακροπρόθεσμα οικονομικά οφέλη. 

Ο δεύτερος πυλώνας αφορά την ανάγκη δημιουργίας ενός συστήματος αυθεντικά συμπεριληπτικού. Τόσο η ιστορική όσο και η διεθνής εμπειρία υπογραμμίζουν την περιορισμένη αποτελεσματικότητα ιεραρχικών μοντέλων πρόνοιας. Η έννοια της μοναδικής αυθεντίας ενός πεφωτισμένου πολιτικού ή διοικητικού προϊστάμενου που μπορεί να χαράσσει μόνος πολιτική προς όφελος των πολιτών υπήρξε, έτσι και αλλιώς, πάντοτε προβληματική. Σύγχρονες και συμπεριληπτικές κοινωνικές υπηρεσίες θεμελιώνονται μόνο στη βάση της συλλογικής και ανεμπόδιστης συμμετοχικότητας. Σύμφωνα με μια τέτοια προσέγγιση οι κοινωνικές υπηρεσίες εμπλουτίζονται από την επιστημονική έρευνα, όταν αυτή αφουγκράζεται την γνώση των επαγγελματιών πρώτης γραμμής και την συλλογική και προσωπική εμπειρία των πολιτών που χρησιμοποιούν τις κοινωνικές υπηρεσίες. Η διαφάνεια, η λογοδοσία και η συμμετοχικότητα αποτελούν και τους κεντρικούς άξονες λειτουργίας. Οι υπηρεσίες συμπεριληπτικού χαρακτήρα όχι μόνο μπορούν να αφουγκράζονται τους πολίτες αλλά μπορούν και να αντιτάσσονται τις διακρίσεις στη βάση του χρώματος του δέρματος, της θρησκείας και του σεξουαλικού προσανατολισμού. Αυτό στη θεωρία ακούγεται περίπου αυτονόητο αφού είναι συμβατό με τις διακηρύξεις του κράτους δικαίου μας. Η χρόνια έλλειψη συμπεριληπτικότητας όμως αποκαλύπτεται όταν, για παράδειγμα, κληθούν οι υπηρεσίες να υποστηρίξουν οικογένειες που προέρχονται από κοινότητες Ρώμα ή όταν ομόφυλα ζευγάρια ρωτούν αν το νέο θεσμικό πλαίσιο τους επιτρέπει να ξεκινήσουν διαδικασίες υιοθεσίας. 

Η καθολικότητά του συστήματος παιδικής προστασίας, οργανικά συνδεδεμένου με το θεσμό της υιοθεσίας, αποτελεί τον τρίτο πυλώνα. Ό πλέον γνωστός τρόπος ταξινόμησης και ανάλυσης των συστημάτων πρόνοιας αφορά την έκταση της κάλυψης ομάδων του πληθυσμού από τις υπηρεσίες. Έτσι για παράδειγμα, το μεταπολεμικό σύστημα πρόνοιας των Σκανδιναβικών χωρών θεωρήθηκε καθολικό ακριβώς επειδή κάλυπτε όλες τις ομάδες του πληθυσμού, συχνά χωρίς εισοδηματικά ή άλλα κριτήρια. Δηλαδή σε ένα καθολικό σύστημα πρόνοιας όλοι οι πολίτες έχουν πρόσβαση σε υψηλής ποιότητας κοινωνικές υπηρεσίες χωρίς εξαίρεση ή κριτήρια. Αντίθετα, η Μεγάλη Βρετανία αποτελεί αρχετυπικό παράδειγμα ελλειμματικού μοντέλου πρόνοιας, όπου οι κοινωνικές υπηρεσίες έχουν αυστηρά εισοδηματικά κριτήρια και εστιάζουν αποκλειστικά στις κοινωνικές ομάδες που διαβιούν κάτω από τα όρια τις φτώχειας. Τα ελλειμματικά μοντέλα πρόνοιας δημιουργούν κατά κανόνα ένα περιβάλλον εχθρικό και συχνά τιμωρητικό προς τους πολίτες έτσι ώστε να αποθαρρυνθεί η χρήση δημόσιων πόρων. Το ελληνικό μοντέλο παιδικής προστασίας θα προσομοίαζε στο ελλειμματικό αν δεν ήταν τόσο αποδυναμωμένο ώστε να θεωρείται ουσιαστικά αταξινόμητο. Σίγουρα όμως η αρχή πως «οι κοινωνικές υπηρεσίες αποκλειστικά για φτωχούς είναι φτωχές κοινωνικές υπηρεσίες» φαίνεται να περιγράφει επακριβώς την εξέλιξη του ελληνικού μοντέλου. 

Η εφαρμογή του νέου πλαισίου υιοθεσίας και αναδοχής μέσα ένα ευρύτερο ελλειμματικό και συχνά εχθρικό περιβάλλον προς τους πολίτες φαίνεται να είναι ανησυχητικός συνδυασμός. Ο κίνδυνος που υπάρχει αν δεν αναπτύξουμε καθολικές δράσεις υποστήριξης οικογενειών είναι να δημιουργηθεί ένα κλίμα στιγματισμού των ανθρώπων που δυσκολεύονται να ανταπεξέλθουν στις σύνθετες οικονομικές και κοινωνικές απαιτήσεις της εποχής μας. Σαν σε αυτοεκπληρούμενη προφητεία, οικογένειες που βιώνουν τη βιαιότητα της φτώχειας θα είναι ευάλωτες στον στιγματισμό και την κριτική για τον τρόπο που μπορούν ή δεν μπορούν να αναθρέψουν τα παιδιά τους- πάντα σε σύγκριση με ένα αόριστο και ιδεοτυπικό μοντέλο εξιδανικευμένης οικογένειας. Σε χώρες με ελλειμματικά μοντέλα πρόνοιας αυτή η κριτική μετεξελίσσεται γρήγορα σε κατηγορία παραμέλησης ανηλίκων και συχνά παιδιά και γονείς αντί να βοηθηθούν βρίσκονται παγιδευμένοι σε έναν φαύλο κύκλο στιγματισμού. Ενδεικτικά, ένας μεγάλος αριθμός παιδιών που δίδονται προς υιοθεσία στην Μεγάλη Βρετανία προέρχονται ακριβώς από οικογένειες, κοινωνικά αποκλεισμένες που βιώνουν σε συνθήκες ακραίας φτώχιας. Συνεπώς, η χώρα μας για να καταφέρει να δημιουργήσει ένα υποστηρικτικό και μη-τιμωρητικό σύστημα υιοθεσίας και αναδοχής θα πρέπει να επενδύσει παράλληλα και σε καθολικές, συμπεριληπτικές και καλά στελεχωμένες κοινωνικές υπηρεσίες. 

Το πρώτο βήμα για τη δημιουργία ενός σύγχρονου θεσμικού πλαισίου υιοθεσίας και αναδοχής αδιαμφισβήτητα έγινε. Η επιτυχία όμως του νέου πλαισίου θα εξαρτηθεί από την ικανότητά της κοινωνίας μας να δώσει έμφαση και προτεραιότητα στη συγκρότηση ενός εκτεταμένου, συμπεριληπτικού και συνεκτικού συστήματος κοινωνικής προστασίας. 

Ο Βασίλης Ιωακειμίδης είναι Καθηγητής Ιστορικής και Συγκριτικής Κοινωνικής Εργασίας. Διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής και στο Πανεπιστήμιο του Έσσεξ.

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.